Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Καθηγητικό μπλόκ vs Φοιτητικό Κίνημα

Εν μέσω των πανηγυρισμών της κυβέρνησης για την επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους, η οποία πολύ απλά σημαίνει ότι έρχονται και άλλα μέτρα παρόμοια με όσα μέχρι τώρα έχουν παρθεί, έρχεται το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας που στόχος του είναι η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων και η περαιτέρω απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Αυτά τα πράγματα βρίσκονται μέσα στον ίδιο σχεδιασμό της κυβέρνησης μαζί με την αναδιάρθρωση στην εκπαίδευση που στο επίπεδο των σχολείων, των γυμνασίων και των λυκείων επιβάλλει μεταξύ άλλων κλεισίματα-συγχωνεύσεις μονάδων. Οι μαθητές αντιδρούν με καταλήψεις και η υπουργός παιδείας συκοφαντεί τους αγώνες τους και προσπαθεί να τρομοκρατήσει τους ίδιους.
Αντίστοιχα στο επίπεδο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, είμαστε διαρκώς αντιμέτωποι με τον νόμο πλαίσιο. Αυτή τη φορά ο νόμος έρχεται πιο συνολικός και πιο σφοδρός από το παρελθόν. Η αναβολή της κατάθεσης του νόμου στη βουλή προς ψήφιση στις 15 Γενάρη, έχει να κάνει με τις διαρκείς μας κινητοποιήσεις πριν τα Χριστούγεννα, με το ότι το μέτωπο της παιδείας είναι ανοιχτό και ο οποιοσδήποτε, ακόμα και το ΠΑΣΟΚ του μνημονίου, θα το σκεφτεί πολλές φορές για το αν θα έρθει σε ευθεία σύγκρουση μαζί του.
 Πολλές ήταν οι περιπτώσεις που οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, οι καταλήψεις και οι πορείες, έβαλαν φραγμούς στην πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων για την εκπαίδευση. Από τον νόμο 815 το 1979 μέχρι και τα φοιτητικά κινήματα του ’06 και του ’07 για τον Νόμο Πλαίσιο της Γιαννάκου και για την Αναθεώρηση του Άρθρου 16 πολλοί νόμοι δεν ψηφίστηκαν ποτέ ή έμειναν στα χαρτιά. Όπως και τότε η αναδιάρθρωση αυτή, που ,αν πετύχει , θα ανατρέψει τους όρους με τους οποίους σπουδάζαμε μέχρι τώρα, αλλά και θα αλλάξει πλήρως το εργασιακό μας μέλλον διαλύοντάς το, δεν είναι μια ενέργεια την οποία το υπουργείο μπορεί να ολοκληρώσει επιτυχημένα αποκλειστικά και μόνο μέσα από το Κοινοβούλιο και τα νομοθετήματα, ή από την προπαγάνδα των ΜΜΕ και τα προβοκάτσια τους με το άσυλο. Ανέκαθεν οι εκάστοτε κυβερνήσεις αναζητούσαν συμμάχους εντός των πανεπιστημίων για να προωθήσουν την πολιτική τους. Και το στρώμα το οποίο παραδοσιακά στήριζε και στηρίζει την πολιτική τους δεν είναι άλλο από το καθηγητικό.
Οι καθηγητές είναι αυτοί που, εξ’ αιτίας της ίδιας τους της θέσης, είναι επιφορτισμένοι με το να πραγματοποιήσουν στις σχολές τις  αλλαγές που επιδιώκει η κυβέρνηση ,οι οποίες πάνε κόντρα στα συμφέροντα των φοιτητών. Είναι κατά μια έννοια «ιμάντας μεταβίβασης» της κυβερνητικής γραμμής μέσα στα πανεπιστήμια. Είναι το στρώμα που έχει όλα τα εφόδια ώστε να υλοποιήσει τους νέους νόμους και να λειτουργήσει το Πανεπιστήμιο με βάση αυτούς. Είναι η δική τους παραίνεση-προειδοποίηση-απειλή : « Κάτσε καλά», που είναι η εν δυνάμει πιο αποτελεσματική από όλες τις αντίστοιχες. Γιατί είναι η πιο άμεση και ενδυναμώνεται από την εξουσία του καθηγητή επί των φοιτητών , μέσα από τις αρμοδιότητες που έχει ο πρώτος σε σχέση με τους δεύτερους αλλά και από το κατασκεύασμα του ακαδημαϊκού κύρους. Η παρουσίαση δηλαδή του καθηγητή ως την αυθεντία, ως τον άνθρωπο στον οποίο πρέπει να υπακούει ο νέος, κάτι που έχουν φροντίσει να μας περάσουν από τα παιδικά μας ακόμη χρόνια, αναπαράγει από μόνη της κάποιες θέσεις εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου μέσα στο Πανεπιστήμιο. Ιδιαίτερα όταν η άποψη του καθηγητή θεωρείται σωστή ακόμα κι αν δεν αφορά στενά το εκπαιδευτικό έργο, αλλά επεκτείνεται και στους τρόπους συμπεριφοράς, στις αξίες της ακαδημαϊκής κοινότητας και γενικά στην κουλτούρα και τον τρόπο ζωής και δράσης των φοιτητών, τότε μπορούμε να πούμε πως αναπαράγει ιδεολογικά τις ίδιες τις σχέσεις εξουσίας που εμφανίζονται μέσα στην παραγωγική διαδικασία.
Το μοντέλο του πειθήνιου φοιτητή, που υπακούει στους ανώτερούς του γιατί «αυτοί ξέρουν καλύτερα», που δεν του αρμόζει να αντιμιλά, αλλά πρέπει να υλοποιεί άκριτα τα διάφορα πρότζεκτς-ασκήσεις και γενικά τα βίτσια του κάθε καθηγητή για να μπορέσει να πάρει πτυχίο ή για να πάρει βαθμό στην διπλωματική του, είναι το ίδιο που χρειάζεται να υπάρχει και στον αυριανό εργαζόμενο, ακριβώς για να είναι παραγωγικός, ανεξάρτητα από το πώς αυτό επηρεάζει τη ζωή του, το μισθό του, ή τον ελεύθερο χρόνο του.
Μπορούμε να πούμε λοιπόν πως ο ρόλος του καθηγητικού μπλοκ πέρα από το πρακτικό επίπεδο της παροχής των συγκεκριμένων γνώσεων και με συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή όσα πρέπει να ξέρουμε για να είμαστε χρήσιμοι στο αφεντικό μας, υφίσταται και σε ένα ιδεολογικό επίπεδο. Στο επίπεδο αυτό, ρόλος της θέσης των καθηγητών μέσα στον εκπαιδευτικό μηχανισμό είναι να προετοιμάσουν τους φοιτητές-μελλοντικούς εργαζομένους για τους όρους που θα συναντήσουν αύριο στην εργασία τους, δηλαδή να εγχαράσσουν στους φοιτητές έναν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, αντίστοιχο με τους όρους αυτούς.
Οι συνηθισμένες πλέον  απειλές για χάσιμο της εξέτασης του μαθήματος από κάποιους καθηγητές (λες και οι άλλοι δεν έχασαν διδακτικές ώρες) ,πολύ λιγότερο έχουν να κάνουν με την παροχή των γνώσεων και πολύ περισσότερο κινούνται στα πλαίσια της συμμαχίας υπουργείου-καθηγητών που αναφέρεται παραπάνω, και σκοπό έχουν την τρομοκράτηση των φοιτητών ώστε να μην κινητοποιηθούν και την ποινικοποίηση τους αν τελικά αγωνιστούν. Στα ίδια πλαίσια κινούνται και οι πρωτοφανείς, μετά τη χούντα, πειθαρχικές διώξεις φοιτητών. Το να περάσει η αντίληψη στους φοιτητές ότι όποιος παρεκκλίνει από τις αρχές και τις αξίες του Πανεπιστημίου όπως αυτές τις ορίζει ο κάθε Πρύτανης, είναι κάτι που καταστέλλει ωμά την αυτοτέλεια των φοιτητών. Καταστέλλει τη δυνατότητά τους να αναδεικνύουν τα μέσα πάλης που επιλέγουν αυτοί απέναντι σε μια πολιτική που επιτίθεται σε αυτούς και όχι σε κάποιον βολεμένο πρύτανη.
Οι καθηγητές, λοιπόν, φροντίζουν να δείχνουν σε κάθε ευκαιρία την εξουσία την οποία έχουν πάνω στους φοιτητές, με διάφορους τρόπους, όπως με τα μαζικά κοψίματα, με τις απειλές για χαμένα εξάμηνα ή προόδους αν οι «κακοί» φοιτητές κάνουν καταλήψεις, μέχρι και πειθαρχικά συμβούλια, όπως αναφέρεται παραπάνω. Και αυτό γιατί στο πανεπιστήμιο, όπως και στις υπόλοιπες βαθμίδες του εκπαιδευτικού μηχανισμού, ο φοιτητής πρέπει να μαθαίνει και πώς να υπακούει και να υποτάσσεται σε αυτόν που είναι ανά συγκυρία από πάνω του, και να το θεωρεί και κάτι το φυσιολογικό, κάτι το οποίο είναι έτσι γιατί «έτσι είναι».
Υπάρχουν ωστόσο και καθηγητές που δεν συμφωνούν με τους νόμους που κατεβαίνουν, ή που εμφανίζουν μια κάπως διαφοροποιημένη στάση από αυτήν της πλήρους συμπόρευσης με την Κυβερνητική γραμμή. Αποδεικνύεται πάντως από όλες τις κομβικές στιγμές του εκπαιδευτικού κινήματος, πως μόνο μέσα από την πίεση των φοιτητών και των πρακτικών των αγώνων τους υπάρχει περίπτωση να αποκτήσουν οποιαδήποτε βαρύτητα τυχόν τοποθετήσεις καθηγητών που για διάφορους λόγους (κυρίως από συντεχνιακή σκοπιά) εναντιώνονται σε πτυχές της αναδιάρθρωσης. Έτσι εξηγείται και η επιμονή κάποιων καθηγητών, όπως του Παντελάκη και του πρύτανη, να μην παρευρίσκονται οι φοιτητές σε τμήματα, συγκλήτους και τα συναφή λες και όσα συμβαίνουν εκεί μέσα δεν αφορούν τους φοιτητές, τη στιγμή που το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Θέλουν να αποφύγουν την πίεση των φοιτητών, που μπορεί να συντρίψει την ενότητα του καθηγητικού μπλοκ και να οξύνει στο μέγιστο τις όποιες αντιθέσεις προκύπτουν εντός του.
Εξαιρούνται από όλα αυτά προφανώς συμβασιούχοι καθηγητές που ούτως ή άλλως λειτουργούν κάτω από το καθεστώς ανασφάλειας και προφανώς πολώνονται και συμπορεύονται συχνά με τους φοιτητές, ακόμα και με δικές τους πρωτοβουλίες δράσης. Τελευταίο παράδειγμα ο αγώνας των 407 για να μην απολυθούν λόγω της περικοπής των δαπανών για αυτούς από το υπουργείο, με αφορμή την εξυγίανση του δημοσίου.
Μπορούμε λοιπόν να καταλήξουμε σε κάποια αρκετά ασφαλή συμπεράσματα σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση. Καταρχήν γίνεται σαφές πως η έννοια της ακαδημαϊκής κοινότητας, η οποία παρουσιάζει κάτι ενιαίο, κάτι που όλοι μπορούν να υπερασπίζονται με τον ίδιο τρόπο ανεξάρτητα από το αν είναι φοιτητές, καθηγητές, συμβασιούχοι, μεταπτυχιακοί, είναι κάτι που στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Δεν θα μπορούσε άλλωστε, αφού κανείς δεν μπορεί να φανταστεί κοινά πράγματα, κοινούς στόχους, κοινά συμφέροντα, ανάμεσα σε ένα φοιτητή και έναν καθηγητή Πανεπιστημίου, όταν ο πρώτος παλεύει για να πάρει ένα πτυχίο που θα του διασφαλίζει τα στοιχειώδη στην αγορά εργασίας και ο δεύτερος έχει ήδη εξασφαλισμένη και μόνιμη δουλειά, εξασφαλισμένο κύρος, λόγω θέσης μέσα στην ελληνική κοινωνία. Ακόμα ο ένας είναι που εκπαιδεύεται μέσα σε ένα μηχανισμό που θέλει να παράξει τους αυριανούς εργαζόμενους, ενώ ο άλλος επιβλέπει την προετοιμασία του. Ο ένας οφείλει να διαμορφώνει έναν τρόπο συμπεριφοράς που να υποτάσσεται σε μια ομαλή διαδικασία, να διαμορφώνει αξίες όπως την υπακοή στου ανώτερούς του, να διαμορφώνει κουλτούρα όπως την άκριτη υλοποίηση διαταγών ανάλογα με κάποια πρότυπα, ενώ ο άλλος είναι που διαμορφώνει αυτά ακριβώς τα πρότυπα και είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή τους πάνω στον πρώτο.
Η απάντηση των φοιτητών θα πρέπει να είναι πως μπορούν να υψώσουν το ανάστημά τους απέναντι στις παράλογες απαιτήσεις και τις αυθαιρεσίες οποιουδήποτε καθηγητή. Οφείλουμε να γνωρίζουμε πως οι θέσεις εξουσίας τους γίνονται πύργος από τραπουλόχαρτα μπροστά στη μαζική αμφισβήτησή τους από εμάς τους φοιτητές. Η δυνατότητά τους να μας τιμωρούν με μαζικά κοψίματα, όπως ο Παπανικολάου, υπάρχει όσο την αφήνουμε εμείς να υπάρχει. Οι απειλές για την εξεταστική καταρρέουν μπροστά σε έναν σύλλογο που με δύναμη υπερασπίζεται το μέλλον του και διασφαλίζει και την καθημερινότητά του μέσα στη σχολή. Οι πειθαρχικές διώξεις, μας φαίνονται σαν κακόγουστη πλάκα, όταν καταφέρνουμε να τα καταγγέλλουμε μαζικά ακόμα και μέσα σε κάθε τμήμα και σε κάθε σύγκλητο.